δαιμονιακός

δαιμονι-ακός,
A = δαιμονικός, PMag.Osl.1.143 ([etym.] -ων-).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαιμονιακός — ή, ό (AM δαιμονιακός, ή, όν) αυτός που προκαλείται από τον δαίμονα νεοελλ. 1. ο σχετικός με τους δαίμονες, ο αναφερόμενος σ αυτούς («πρόληψη δαιμονιακή»). 2. ο δαιμόνιος, ο ευφυής 3. (για πρόσωπα και καταστάσεις) ο κακός, ο εμπαθής, ο μανιώδης 4 …   Dictionary of Greek

  • demoníaco — ► adjetivo 1 Del demonio: ■ cree que los exorcismos eliminan las influencias demoníacas. TAMBIÉN demoniaco ► adjetivo/ sustantivo 2 Que está poseído por el demonio: ■ los demoníacos eran quemados en la hoguera. SINÓNIMO endemoniado * * *… …   Enciclopedia Universal

  • δαίμονας — ο (θηλ. δαιμόνισσα, η) (AM δαίμων, ο Α θηλ. δαίμων, η και δαιμονίς, η) πονηρό πνεύμα, διάβολος νεοελλ. 1. (για ανθρώπους) έξυπνος αλλά καταχθόνιος 2. (σε αναφώνηση οργής ή εκπλήξεως) «τί δαίμονα!», «να πάρει ο δαίμονας!» 3. δαίμων ο αστέρας β τού …   Dictionary of Greek

  • demoniaco — demoníaco, ca o demoniaco, ca (Del lat. daemoniăcus, y este del gr. δαιμονιακός). 1. adj. Perteneciente o relativo al demonio. 2. endemoniado (ǁ poseído). U. t. c. s.) …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.